Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ ΨΑΧΝΕΙ ΝΕΕΣ "ΑΠΕΙΛΕΣ"

Ιδού ένα παράδειγμα του πως τα διάφορα κέντρα που καθορίζουν την αμερικανική πολιτική, χειραγωγούν τη κοινή γνώμη, κινδυνολογώντας και ωθώντας την στο να αποδεχτεί ανάπτυξη οπλοστασίων, μεταφορές δυνάμεων, και πιθανή πολεμική σύγκρουση με τη Κίνα. Η αποχώρηση από το Ιράκ γεννά νέες ανάγκες για το αμερικανικό στρατιωτικό κατεστημένο
S.A.


Η ανισορροπία δυνάμεων στην Ασία
Η διατήρηση της ισορροπίας των δυνάμεων στο πλανήτη είναι απαραίτητη, και στη προκειμένη περίπτωση αποτελεί ένα από... τα βασικά καθήκοντα του προέδρου Ομπάμα. Όμως, η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ έχει αποδειχτεί αμελής. Πολλές φορές, οι πρόεδροι της χώρας αντιλαμβάνονται μετατοπίσεις στην όποια ισορροπία, μόνο όταν είναι ήδη αργά, και μάλιστα τότε δυσχεραίνουν τη κατάσταση με αμφισβητούμενες πρωτοβουλίες που παίρνουν. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος Eisenhower είχε αντιδράσει απέναντι στη σοβιετική πυρηνική απειλή στην Ευρώπη, με την απόφασή του για πλήρη αμερικανική πυρηνική υπεροπλία. Μπορεί το ενδεχόμενο μιας αμερικανικής πυρηνικής επίθεσης ως αντίδραση σε κάποια σοβιετική επιθετικότητα να μην ακούγονταν και πολύ καλά, όμως τουλάχιστον ήταν μια ένδειξη πως οι ΗΠΑ έπαιρναν στα σοβαρά την διαμορφωμένη κατάσταση. Επίσης, μερικές από τις αμφισβητούμενες πρωτοβουλίες εξοπλισμού που πήραν οι πρόεδροι Nixon και Carter, δεν ήταν παρά μια αντίδραση στην τότε στρατηγική υπεροπλία της ΕΣΣΔ. Δυστυχώς, πολλές φορές, οι πολιτικοί αργούν να αντιδράσουν, και το κάνουν μόνο όταν έχει ήδη συμβεί μια καταστροφή, π.χ. Πέρλ Χάρμπορ, σοβιετική εισβολή του Αφγανιστάν, 11/9/2001, κλπ.
Σήμερα, αυτό που βλέπουμε είναι μια αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων στην Ασία. Από το τέλος του Β`ΠΠ, οι ΗΠΑ κατάφεραν να κρατήσουν την ειρήνη στη περιοχή, μέσω της προωθημένης στρατιωτικής τους παρουσίας και της αναμφισβήτητης δυνατότητας τους να επιβληθούν στρατιωτικά. Για παράδειγμα, πριν από 14 χρόνια όταν η Αμερική αντιλήφτηκε τον κίνδυνο που αναδύεται από τις δοκιμές πυραύλων που διεξήγαγε η Κίνα γύρω από τη Ταϊβάν, ο Κλίντον απέστειλε ναυτικές δυνάμεις στη θαλάσσια περιοχή των στενών της Ταϊβάν, με αποτέλεσμα οι Κινέζοι να διακόψουν τις δοκιμές τους. Η Ταϊβάν προχώρησε σε εκλογές, και η σύγκρουση αποφεύχθηκε.
Σήμερα, οποιοσδήποτε πρόεδρος θα δίσταζε. Γιατί; Διότι η Κίνα έχει πετύχει υπεροπλία (σε συμβατικά όπλα) στη περιφέρεια της. Αν δεν διορθωθεί αυτή η κατάσταση, θα γίνει καθεστώς. Η ανάπτυξη του κινεζικού οπλοστασίου πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς, και τα σύγχρονα αεροσκάφη της, μπορούν όχι μόνο να πλήξουν την Ταϊβάν, αλλά ακόμη και τις δυνάμεις των ΗΠΑ στην Ιαπωνία. Μαζί με την ταχέως αναπτυσσόμενη υποβρυχιακή δύναμη της Κίνας, οι πύραυλοι αυτοί θα μπορούσαν, μέσα στην επόμενη δεκαετία, να απειλήσουν σοβαρά τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα στην ευρύτερη περιοχή.
Ενώ το Πεκίνο έχει επικεντρωθεί στο πως θα μπορέσει να τρομάξει τη Ταϊβάν, και να αποτρέψει τυχόν αμερικανική ή ιαπωνική επέμβαση, η Ουάσιγκτον δεν έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στην άμυνα. Το πρόγραμμα κατασκευής νέων πλοίων έχει μαραζώσει, η δυνατότητα υπεράσπισης των αεροδρομίων είναι σχεδόν ανύπαρκτη, και δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο στον ορίζοντα, τόσο σε θέματα ναυτικά όσο και αεροπορικά, που να δείχνει ότι η παρούσα κατάσταση θα αλλάξει. Ως κράτος, η Αμερική έχει συνηθίσει στην ιδέα ότι η ναυτική και αεροπορική της δύναμη μπορεί να δρα σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, και μάλιστα χωρίς αντίπαλο. Η ιδέα και μόνο ότι μπορεί να βυθιστεί ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο, ή να καταρριφθεί ένα βομβαρδιστικό αεροσκάφος, φαντάζει απίθανη. Όμως η Κίνα αυτό ακριβώς μελετάει εδώ και δεκαετίες, και μάλιστα με αποτελεσματικότητα.
Ένας Αμερικανός πρόεδρος που θα αποφάσιζε σήμερα να αντιδράσει σε μια κινεζική επιθετικότητα απέναντι στη Ταϊβάν, θα συναντούσε πολλά προβλήματα. Η Αμερική θα μπορούσε να μεταφέρει μια ισχυρή δύναμη στη περιοχή, όμως αυτό θα έπαιρνε χρόνο, και όπως δείχνουν πρόσφατες μελέτες των RAND και Center for Strategic and Budgetary Assessment, οι ΗΠΑ μάλλον θα έπρεπε να πλήξουν και στόχους μέσα στην ίδια τη Κίνα. Με δεδομένη όμως την κινεζική υπεροπλία σε συμβατικά όπλα, η όποια αμερικανική απόφαση να υπερασπιστεί στρατιωτικά τα συμφέροντα της χώρας ή αυτά των συμμάχων της απέναντι στη Κίνα, κινδυνεύει από ταχεία κλιμάκωση. Το καλό είναι πως δεν είναι ακόμη αργά, ώστε να εξισορροπηθεί η κατάσταση. Οι ΗΠΑ είναι σαφώς πλουσιότερες και σταθερότερες από τη Κίνα. Με μικρές μόνο προσαρμογές στο πως δαπανώνται τα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων, θα μπορούσε να αποκατασταθεί η ισορροπία δυνάμεων στον Ειρηνικό, και να δοθούν λύσεις στο αμερικανικό πρόβλημα του πώς να υπερασπιστεί τους συμμάχους της έναντι του Πεκίνου. Η Αμερική επιζητεί γόνιμη συνεργασία με τη Κίνα, και δεν θέλει τη σύγκρουση. Η Κίνα όμως, δεν σκέφτεται τίποτα άλλο παρά πώς να συγκρουστεί με τις ΗΠΑ. Για αυτό το λόγο, και για χάρη της ειρήνης, θα πρέπει η Αμερική να πάρει τη κατάσταση στα σοβαρά.
S.A. Foreign Policy